Η σιδηροπενική αναιμία αναπτύσσεται όταν η προσφορά σιδήρου στο μυελό των οστών δεν επαρκεί για τις ανάγκες της ερυθροποίησης. Είναι η συχνότερη στερητική κατάσταση που συναντάται σε όλο τον κόσμο στην παιδική ηλικία και την ενήλικο ζωή.
Γενικότερα, η αναιμία είναι μια παθολογική κατάσταση που οφείλεται στο γεγονός ότι στο αίμα δεν υπάρχει αρκετή αιμοσφαιρίνη. Η αιμοσφαιρίνη είναι πρωτεΐνη που περιέχεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Αυτός ο τύπος της αναιμίας είναι συνέπεια της ανεπάρκειας σιδήρου, ο οποίος είναι ένα από τα ουσιώδη συστατικά της αιμοσφαιρίνης, της χρωστικής των ερυθρών αιμοσφαιρίων που μεταφέρει το οξυγόνο.
Όταν η συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης είναι μεταξύ 10 – 11gr/100ml αίματος, θεωρείται ήπια αναιμία, ενώ αν πέσει κάτω από 10gr/100ml αίματος, θεωρείται εκσεσημασμένη.
Κύριες απώλειες σιδήρου έχουμε με τον ιδρώτα, τα κόπρανα και τα ούρα.
Αιτιολογία:
- Χρόνια απώλεια αίματος: από γαστρεντερικά προβλήματα, καρκίνος, αιματουρία, αιμοπτύσεις.
- Μειωμένη πρόσληψη σιδήρου: σε βρέφη(γάλα), νεαρές γυναίκες, νεαρές αθλήτριες, ίσως σε φυτοφάγους.
- Αυξημένες ανάγκες σιδήρου: σε περιόδους ανάπτυξης (π.χ. εφηβεία), κύηση.
- Πεπτικές διαταραχές: διάρροιες, μειωμένη έκκριση υδροχλωρικού οξέος στο στομάχι.
Συμπτωματολογία:
Η σιδηροπενική αναιμία ήπιας μορφής μπορεί να μην εμφανίζει καθόλου συμπτώματα, ενώ μακροχρόνια αναιμία στα παιδιά μπορεί να προκαλέσει μειωμένη διανοητική ανάπτυξη και λειτουργία. Στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, τα συμπτώματα περιλαμβάνουν:
- Έλλειψη ενεργητικότητας
- Εύθραυστα νύχια, κοιλονυχία
- Ωχρότητα δέρματος και βλεννογόνων (μειωμένα επίπεδα αιμοσφαιρίνης)
- Ερεθισμούς στο στόμα ή τη γλώσσα
- Κούραση
- Ταχυκαρδία
- Ασυνήθιστη δυσκολία στην αναπνοή όταν γίνεται κάποια σωματική προσπάθεια
- Ανορεξία, ναυτία, υποσιτισμός.
Διάγνωση:
Η διάγνωση της αναιμίας γίνεται από το γιατρό ο οποίος αφού διαπιστώσει ότι υπάρχουν κλινικές ανωμαλίες στον ασθενή, κάνει ορισμένες αιματολογικές εξετάσεις. Οι εξετάσεις αυτές όπως η γενική αίματος, δείχνουν στο αίμα τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης, των ερυθρών αιμοσφαιρίων (περιέχουν την αιμοσφαιρίνη), τα λευκά αιμοσφαίρια και τα αιμοπετάλια.
Οι βιοχημικές εξετάσεις του αίματος, μπορούν να δείξουν τα επίπεδα σιδήρου στο αίμα, όπως και των πρωτεϊνών που τον μεταφέρουν και τον αποθηκεύουν.
Η μέτρηση της φερριτίνης στο αίμα είναι δείκτης της ποσότητας σιδήρου που υπάρχει αποθηκευμένος στον οργανισμό και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να επιβεβαιωθεί η έλλειψη σιδήρου.
- Αιμοσφαιρίνη (γυναίκες <12gr/dl, άνδρες <13gr/dl)
- Αιματοκρίτης (γυναίκες <37 – 47%, άνδρες <42 – 52%)
- Σίδηρος ορού: όχι αξιόπιστη μέτρηση, μειώνεται σε λοιμώξεις/φλεγμονές,
- Φερριτίνη ορού: <15mg/ml (αποθήκες σιδήρου ήπαρ, μυελός των οστών, σπλήνα). Αυξάνεται σε οξείες λοιμώξεις, χρόνιες φλεγμονές, κακοήθη νοσήματα
- Τρανσφερίνη: (μεταφορά σιδήρου στους ιστούς) είναι αυξημένη στην αναιμία
- Ολική σιδηροδεσμευτική ικανότητα: είναι η ποσότητα της τρανσφερίνης που είναι διαθέσιμη να δεσμεύσει το σίδηρο και είναι αυξημένη όταν υπάρχει αναιμία.